Monday, 16 May 2016 15:21

Ακυρότητα καταγγελίας σύμβασης αορίστου χρόνου

Αρθρογράφος Κουπλίδου Παρασκευή
Rate this item
(0 votes)

Ακυρότητα καταγγελίας σύμβασης αορίστου χρόνου

Η καταγγελία είναι δικαίωμα το οποίο ασκείται με μονομερή απευθυντέα  δήλωση βούλησης και επιφέρει αμέσως από τη στιγμή που θα περιέλθει στο άλλο μέρος ή μετά την πάροδο ορισμένης προθεσμίας τη λύση μιας διαρκούς έννομης σχέσης για το μέλλον. Εφόσον με την άσκηση της καταγγελίας επέρχεται μονομερώς και άμεσα η κατάργηση της έννομης σχέσης, η διαμόρφωση δηλαδή μιας νέας κατάστασης, η καταγγελία είναι δικαίωμα διαπλαστικό. Κοινό χαρακτηριστικό γνώρισμα των διαπλαστικών δικαιωμάτων είναι ότι παρέχουν στο φορέα τους μια νομική εξουσία, η οποία συνίσταται στη δυνατότητα του να επιφέρει έννομες συνέπειες μονομερώς και άμεσα, δηλαδή χωρίς τη συνεργασία και, ενδεχομένως, παρά την αντίθετη βούληση του προσώπου ή των προσώπων που θίγονται από τη νομική μεταβολή ...

Στην κατηγορία αυτή διαπλαστικών δικαιωμάτων ανήκει και η καταγγελία. Στην ίδια κατηγορία ανήκει και η υπαναχώρηση, η οποία όμως διαφέρει από την καταγγελία, γιατί η τελευταία επιφέρει κατάργηση της έννομης σχέσης για το μέλλον(ex nunc),ενώ η υπαναχώρηση εξ υπαρχής(ex tunc). Εκτός τούτου, η υπαναχώρηση  χωρεί συνήθως επί παροδικών συμβάσεων, ενώ η καταγγελία αποτελεί αποσβεστικό λόγο διαρκών συμβάσεων.

Το δικαίωμα καταγγελίας μπορεί να πηγάζει είτε από το νόμο(νόμιμη καταγγελία) είτε από τη σύμβαση(συμβατική καταγγελία). Η καταγγελία ασκείται με απευθυντέα στον αντισυμβαλλόμενο δήλωση βούλησης, με την οποία ο καταγγέλλων εκφράζει τη βουλησή του να λύσει μονομερώς τη σύμβαση. Κατά κανόνα , η δήλωση της καταγγελίας είναι άτυπη. Για την καταγγελία όμως της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου επιβάλλεται ως προϋπόθεση του κύρους της η τήρηση του έγγραφου τύπου(αρ.5 παρ.3 ν.3198/1955).Η καταγγελία ,ως δήλωση δικαιοπρακτικής βούλησης, μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, δηλαδή να συνάγεται από ορισμένη συμπεριφορά του καταγγέλοντος, εφόσον αυτή, αντικειμενικά εκτιμώμενη, έχει αξία δήλωσης. Για το κύρος της καταγγελίας δεν απαιτείται κατά κανόνα να αναφέρεται ο λόγος για τον οποίο γίνεται.

Η καταγγελία ως μονομερής απευθυντέα δήλωση βούλησης έχει νομική ενέργεια, δηλαδή επιφέρει τη λύση της σύμβασης μόνο αφότου η σχετική δήλωση περιέλθει στον αντισυμβαλλόμενο χωρίς να χρειάζεται και αποδοχή εκ μέρους του. Δεν απαιτείται δηλαδή ο αποδέκτης να έλαβε πράγματι γνώση του περιεχομένου της δήλωσης. Αρκεί ότι υπό κανονικές συνθήκες ήταν δυνατή η γνώση.

Η καταγγελία ως δικαιοπραξία υπόκειται στις γενικές διατάξεις που αφορούν τις προϋποθέσεις κύρους των δικαιοπραξιών. Επομένως, η καταγγελία είναι άκυρη, αν ο καταγγέλλων στερείται δικαιοπρακτικής ικανότητας, η καταγγελία είναι εικονική ή αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου(174 ΑΚ ) ή στα χρηστά ήθη(178 ΑΚ ). Επίσης, η καταγγελία είναι ακυρώσιμη, αν γίνεται από πλάνη ή μετά από απάτη ή απειλή.

Η καταγγελία ως άσκηση δικαιώματος υπόκειται στην απαγόρευση της ΑΚ 281. Την ακυρότητα της καταγγελίας λόγω καταχρηστικής άσκησης θα μπορούσαμε να την εντάξουμε στις περιπτώσεις ακυρότητας λόγω αντίθεσης σε απαγορευτική διάταξη νόμου(ΑΚ 174). Την αναφέρουμε ιδιαίτερα λόγω της σημασίας που απέκτησε η εφαρμογή της ΑΚ 281 στο δίκαιο της καταγγελίας.

Οι επιβαλλόμενοι τυπικοί περιορισμοί της καταγγελίας είναι οι εξής: α) η τήρηση του έγγραφου τύπου β) η καταβολή ορισμένης αποζημίωσης γ) η απασχόληση του εργαζομένου να είναι καταχωρημένη στα τηρούμενα για το ΙΚΑ από τον εργοδότη μισθολόγια ή να έχει ασφαλισθεί ο εργαζόμενος(ν.2556/1997).

Εκτός από τις τρείς θετικές τυπικές προϋποθέσεις, για την εγκυρότητα της καταγγελίας πρέπει να συντρέχει και μια τέταρτη αρνητική ουσιαστική προϋπόθεση, η οποία απορρέει από την απαγόρευση της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος. Η άσκηση του δικαιώματος δε πρέπει να υπερβαίνει προφανώς τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος όρια.

Ο Έλληνας νομοθέτης δε συνδέει την καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου με την ύπαρξη ορισμένων ή ορισμένης βαρύτητας λόγων. Η καταγγελία είναι αναιτιώδης δικαιοπραξία, με την έννοια ότι η ύπαρξη ενός ιδιαίτερου λόγου δεν αποτελεί προϋπόθεση του κύρους της. Επομένως, ο εργοδότης δεν υποχρεούται να αιτιολογήσει την καταγγελία επικαλούμενος συγκεκριμένο λόγο που να επηρεάζει αρνητικά την ομαλή λειτουργία της σύμβασης.

Την παράλειψη του Έλληνα νομοθέτη να προβλέψει ουσιαστικούς περιορισμούς στην ελευθερία της καταγγελίας κάλυψε η νομολογία, δημιουργώντας σταδιακά ένα πλέγμα ουσιαστικών περιορισμών. Με μοχλό τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και αξιοποιώντας τις δυνατότητες που αυτή παρέχει, η νομολογία περιόρισε σημαντικά την ελευθερία της καταγγελίας, ώστε η παρεχόμενη σήμερα νομολογιακή προστασία στο συμφέρον του εργαζομένου να διατηρήσει τη θέση εργασίας να πλησιάζει την προστασία που οι άλλες έννομες τάξεις παρέχουν βάσει ειδικών νομοθετικών ρυθμίσεων.      

Εφόσον η καταγγελία είναι άκυρη, η σύμβαση εργασίας δεν λύνεται και επομένως οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των μερών που απορρέουν από αυτήν εξακολουθούν να υφίστανται ακέραια. Έτσι, ο εργαζόμενος για όσο διάστημα ο εργοδότης αρνείται να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του, έχει αξίωση να του καταβάλλονται οι συμφωνημένες ή οι νόμιμες αποδοχές(μισθοί υπερημερίας), όπως επίσης έχει αξίωση για πραγματική απασχόληση.

Η ακυρότητα της καταγγελίας είναι σχετική, έχει ταχθεί υπέρ του εργαζομένου, ο οποίος μπορεί να θεωρήσει έγκυρη την καταγγελία και να παραιτηθεί από το δικαίωμα να προσβάλει το κύρος της. Η παραίτηση είναι έγκυρη, ακόμα κι αν η ακυρότητα οφείλεται στην παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ(καταχρηστική απόλυση).

Η παραίτηση μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, να προκύπτει δηλαδή από πράξεις ή δηλώσεις του εργαζομένου, που γίνονται για άλλο σκοπό, ενέχουν όμως συμπερασματικά και βούληση παραίτησης. Σε κάθε όμως περίπτωση, η βούληση παραίτησης θα πρέπει να προκύπτει σαφώς από τις σχετικές δηλώσεις ή ενέργειες του εργαζομένου, ώστε να μη μένει καμιά αμφιβολία για το νόημά τους. 

Όταν ο εργαζόμενος αμφισβητεί το κύρος της καταγγελίας επιβάλλεται η μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα άρση της αβεβαιότητας ως προς τη συνέχιση ή τη λήξη της εργασιακής σχέσης και των αξιώσεων που απορρέουν από αυτήν. Ο εργοδότης έχει ένα δικαιολογημένο συμφέρον να γνωρίσει το συντομότερο δυνατόν αν ο εργαζόμενος θα αποδεχθεί την καταγγελία ή θα την προσβάλλει, προσφεύγοντας στο δικαστήριο. Το δικαιολογημένο αυτό συμφέρον έλαβε υπόψη ο νομοθέτης με τη ρύθμιση του άρθρου 6 του ν.3198/1955, που τάσσει τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία για την άσκηση της σχετικής αγωγής. 

Read 578 times Last modified on Tuesday, 17 May 2016 09:32

Leave a comment

Make sure you enter all the required information, indicated by an asterisk (*). HTML code is not allowed.

Διεύθυνση